Ομιλία του Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων,

κ. Δημήτρη Χριστόφια,

στην επετειακή εκδήλωση για την Κυπριακή Ανεξαρτησία

που διοργανώνουν το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, η Πρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας και η Ομοσπονδία Κυπριακών Οργανώσεων Ελλάδας

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2005, 7.00 μ.μ.

Αίθουσα Τελετών Πανεπιστημίου Αθηνών

--------------------

Ευχαριστώ θερμά το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, την Πρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας και την Ομοσπονδία Κυπριακών Οργανώσεων Ελλάδας, για την πρόσκληση που μου απηύθυναν να μιλήσω στην αποψινή επετειακή εκδήλωση για τα 45 χρόνια της Κυπριακής Ανεξαρτησίας.

Οι εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται για να τιμήσουν την επέτειο της ανεξαρτησίας της Κύπρου εκπέμπουν πολλά ουσιαστικά μηνύματα.

Πρώτα απ’ όλα μέσα από αυτές αποδίδεται η οφειλόμενη τιμή στους πολύχρονους, σκληρούς αγώνες του Κυπριακού λαού, για αποτίναξη του αποικιακού ζυγού και για υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της Κύπρου από τις ξένες συνομωσίες και επεμβάσεις. Αποδίδεται η οφειλόμενη τιμή στους ήρωες των απελευθερωτικών αγώνων του λαού μας, που με τη θυσία τους λίπαναν το δέντρο της λευτεριάς και σήκωσαν τον ήλιο της δημοκρατίας, της ευημερίας και της προόδου πάνω από το μικρό μας νησί.

Οι εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται προς τιμήν της ανεξαρτησίας υπογραμμίζουν και προβάλλουν την τεράστια ιστορική σημασία που έχει για το λαό μας, για το παρόν και το μέλλον του, η ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους. Η ανεξαρτησία, έστω και ακρωτηριασμένη από τις Συμφωνίες Ζυρίχης Λονδίνου, ήταν μια μεγάλη ιστορική κατάκτηση, που άνοιγε ορίζοντες για την πρόοδο και την προκοπή της Κύπρου και του λαού της.

Ο κυπριακός λαός όντας φιλόπονος και φιλοπρόοδος, κατάφερε να πετύχει μια αλματώδη κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη παρά τα πολλά πολιτικό-στρατιωτικά προβλήματα που γνώρισε και παρά το γεγονός ότι χρειάστηκε να ξαναφτιάξει ουσιαστικά από το μηδέν ό,τι έκτισε πριν το 1974, λόγω του εξουθενωτικού κτυπήματος που δέχθηκε από την εισβολή, την κατοχή και την απώλεια μεγάλου μέρους του πλούτου της χώρας.

Μέσα σε 45 χρόνια ανεξαρτησίας η Κύπρος μετατράπηκε από μια χώρα φτωχή, αγροτική και υπανάπτυκτη, με χαρακτηριστικά την ψηλή ανεργία, το χαμηλό βιοτικό επίπεδο και τη μαζική μετανάστευση, σε μια σύγχρονη χώρα με ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και με το βιοτικό της επίπεδο να συγκρίνεται ευνοϊκά ακόμα και με πρώην αποικιοκρατικές χώρες.

Στις μεγάλες επιτυχίες του λαού μας συνέβαλε τα μέγιστα το πολύ ισχυρό λαϊκό και εργατικό κίνημα, το οποίο με τη μαχητικότητα, την υπευθυνότητα και τη συνέπεια που το διακρίνει κέρδισε την εμπιστοσύνη του λαού και κατάφερε, χωρίς να χάνει τον ταξικό προσανατολισμό του, να οικοδομήσει σχέσεις συναίνεσης και συνεργασίας μεταξύ των κοινωνικών εταίρων για το ξεπέρασμα των δυσκολιών και την ανταπόκριση στις εκάστοτε προκλήσεις.

Τις μεγάλες επιτυχίες του στον κοινωνικο-οικονομικό τομέα δεν κατάφερε να τις χαρεί ο λαός μας. Οι ξένες επεμβάσεις και οι ιμπεριαλιστικές επιβουλές, η έλλειψη πίστης στη νεοσύστατη Δημοκρατία, ο εθνικισμός και ο σοβινισμός που αναπτύχθηκε και στις δύο κοινότητες, οδήγησαν τον τόπο σε οδυνηρές περιπέτειες, με αποκορύφωμα το δίδυμο έγκλημα κατά του κυπριακού λαού. Το φασιστικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή.

Αγαπητές φίλες και φίλοι,

Κάθε ιστορική επέτειος είναι ευκαιρία και αφορμή για κριτική εκτίμηση του παρελθόντος, που είναι πολύ αναγκαία διαδικασία για την άντληση διδαγμάτων, για την ερμηνεία των γεγονότων, αλλά και τη διαμόρφωση έγκυρης πολιτικής για το αύριο. Γι’ αυτό ας επιχειρήσουμε μια συνοπτική ιστορική αναδρομή στα γεγονότα ώστε να φτάσουμε στα αίτια και τα αιτιατά.

Η ανεξαρτησία δεν ήταν ο στόχος του αντιαποικιακού αγώνα που διεξήγαγε ο λαός μας. Η κατάληξη στην ανεξαρτησία ήταν αποτέλεσμα πολύχρονων αγώνων, αλλά και αποτέλεσμα συμβιβασμών που υποχρεώθηκε να κάνει ο λαός μας.

Η αντιαποικιακή πάλη του κυπριακού λαού άρχισε αρκετά νωρίς μετά την υπαγωγή της Κύπρου στη Βρετανική Αυτοκρατορία. Γνώρισε βέβαια ιδιαίτερη ανάπτυξη και πέρασε σε νέο ποιοτικό στάδιο μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, τότε ακριβώς που λόγω της αντιφασιστικής νίκης των λαών το εθνικοαπελευθερωτικό αντιαποικιακό κίνημα γνώρισε κατακόρυφη άνοδο.

0 στόχος που τέθηκε στις δεκαετίες του '40 και του '50 ήταν η επίτευξη της Ένωσης με την Ελλάδα μέσω της άσκησης του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης. Δικαίωμα, που οι Άγγλοι  υποσχέθηκαν στους Κυπρίους ως αντάλλαγμα στην αθρόα συμμετοχή τους στο βρετανικό στρατό για να πολεμήσουν το χιτλεροφασισμό. Εξάλλου, ο Καταστατικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών που ιδρύθηκε ως αποτέλεσμα της αντιφασιστικής νίκης, αναγνώριζε σε όλους τους αποικιακούς λαούς το δικαίωμα αυτοδιάθεσης. Τελικά αντί στην ένωση, καταλήξαμε στην ανεξαρτησία.

Πώς και γιατί από το όραμα της ένωσης φτάσαμε στην ανεξαρτησία;

Επιχειρώντας να δώσουμε απάντηση σε τούτο το ερώτημα, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας η πολιτική της αποικιακής δύναμης, η οποία λόγο της στρατηγικής θέσης της Κύπρου φάνηκε ιδιαίτερα άτεγκτη και σκληρή και αθέτησε την υπόσχεσή της να παραχωρήσει στους Κυπρίους το δικαίωμα αυτοδιάθεσης. Επιπρόσθετα, η Βρετανία μεθόδευσε τη μετατροπή ξανά της Τουρκίας σε ενδιαφερόμενο μέρος, εξέλιξη που έθεσε την αρνητική της σφραγίδα στα μετέπειτα γεγονότα μέχρι και σήμερα. Όπως είναι γνωστό η Τουρκία είχε επίσημα απεκδυθεί το όποιο ενδιαφέρον για την Κύπρο το 1923.

Ας προχωρήσουμε τώρα στην εξέταση των εσωτερικών παραγόντων. Δύο ήταν οι εσωτερικοί παράγοντες που, κατά την άποψή μας, διαδραμάτισαν τον πλέον σημαντικό ρόλο για να οδηγηθούμε σε αδιέξοδα και σε οδυνηρούς συμβιβασμούς.

Ο πρώτος παράγοντας έχει να κάνει με την πολυδιάσπαση του εσωτερικού μετώπου, που επέτρεψε στην αποικιοκρατική δύναμη να εφαρμόσει τη γνωστή πολιτική του «διαίρει και βασίλευε». Νομίζω ότι είναι απόλυτα κατανοητό πως προϋπόθεση για την επιτυχία του αντιαποικιακού αγώνα, και όχι μόνο, είναι η δημιουργία ενιαίου μετώπου πάλης που χαρακτηρίζεται από την ενότητα και την κοινή δράση των πολιτικών και κατά προέκταση των λαϊκών δυνάμεων, μη εξαιρουμένων και των τουρκοκυπριακών. Στο νησί μας, όμως, η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται από κάθετη αντιπαράθεση των δυνάμεων της Αριστεράς και της Δεξιάς που ήταν απότοκο του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα.

Οι μετεμφυλιακές ελληνικές κυβερνήσεις δεμένες στα πλοκάμια του ΝΑΤΟ, σε κρίσιμες στιγμές έδρασαν όχι τόσο ως φυσικός σύμμαχος του κυπριακού λαού, όσο ως προαγωγός των ΝΑΤΟϊκών συμφερόντων στην περιοχή. Γίναμε μάρτυρες του παράδοξου ο ελληνικός λαός να διαδηλώνει μαχητικά με συλλαλητήρια και άλλες μαζικές κινητοποιήσεις για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα χωρίς ανταλλάγματα και η επίσημη Ελλάδα να προσανατολίζεται σε κλείσιμο του Κυπριακού στα πλαίσια της ΝΑΤΟϊκής συμμαχίας.

Η κυπριακή Δεξιά εμποτισμένη με τεράστιες δόσεις αντικομουνισμού αρνήθηκε επίμονα την οικοδόμηση ενιαίου μετώπου που επανειλημμένα πρότεινε η Αριστερά. Ήθελε να έχει το μονοπώλιο στην ηγεσία του λαού και στην καθοδήγηση της αντιαποικιακής πάλης. 

Η διάσπαση των απελευθερωτικών δυνάμεων των Ελληνοκυπρίων, ο εθνικισμός και ο αντικομουνισμός της Δεξιάς ως ήταν φυσικό, άφησε εκτός νυμφώνος τους Τουρκοκύπριους από την αντιαποικιακή πάλη. Αυτή η κατάσταση ευνοούσε τους ξένους δυνάστες οι οποίοι με ιδιαίτερη μαεστρία κατόρθωσαν να στρέψουν τη μια κοινότητα εναντίον της άλλης. Οι διακοινοτικές συγκρούσεις, οι δολοφονίες, οι σοβινιστικές εξάρσεις και οι προσπάθειες εξόντωσης, ακόμα και φυσικής, προοδευτικών ανθρώπων και στις δύο κοινότητες, έσπειραν από τότε το σπόρο του διαχωρισμού. Είναι τότε άλλωστε που η Τουρκία και η σοβινιστική τουρκοκυπριακή ηγεσία αντιπαράθεταν με φανατισμό το σύνθημα του «ταξίμ», της διχοτόμησης, στο στόχο και στο σύνθημα της ένωσης.

Ο δεύτερος παράγοντας που συνέβαλε σημαντικά να φτάσουμε στο συμβιβασμό της Ζυρίχης, ήταν κατά την άποψή μας, συνδεδεμένος με τον πρώτο. Η ηγεσία της Δεξιάς, ένεκα του τυφλού παραταξιακού φανατισμού της και της επιδίωξής της να μονοπωλήσει τον αγώνα επέδειξε, κατά τη γνώμη μας, αδυναμία να εκτιμήσει σωστά τις τοπικές και διεθνείς συνθήκες, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Για τις συνθήκες της Κύπρου –γεωγραφικές, πολιτικές, εθνοτική σύνθεση του πληθυσμού, κατάσταση στην Ελλάδα μετά τον εμφύλιο πόλεμο- η ένοπλη μορφή αγώνα δεν ήταν η ενδεδειγμένη. Πέραν τούτου, επελέγη ο Γρίβας για να καθοδηγήσει τον ένοπλο αγώνα. Ο παθιασμένος αντικομουνισμός του Γρίβα θα πάρει τη μορφή τρομοκρατίας σε βάρος της Αριστεράς, που κορυφώνεται με δολοφονίες στελεχών της παράταξης και θα οδηγήσει στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου. Ο εμφύλιος απεφεύχθη στην Κύπρο ένεκα της σύνεσης, της ωριμότητας και του πατριωτισμού της τότε ηγεσίας της Αριστεράς, η οποία αντιπαράθεσε μαζικές, λαϊκές κινητοποιήσεις και γενικά τη μαζικοπολιτική μορφή του αντιαποικιακού αγώνα.

Παρά τον ηρωισμό, την αυταπάρνηση και τις θυσίες των ηρωικών παιδιών της ΕΟΚΑ, μπροστά στις οποίες ο κυπριακός λαός και οι πολιτικές δυνάμεις, ανεξάρτητα ιδεολογικής προέλευσης και παραταξιακής τοποθέτησης, στέκουν με θαυμασμό, τιμούν και κλίνουν ευλαβικά το γόνυ, τα οράματα και οι προσδοκίες αυτών των ηρώων και όσων αγωνίστηκαν με το όπλο στο χέρι, δεν εκπληρώθηκαν.

Η ένοπλη πάλη οδήγησε τελικά σε αδιέξοδα. Είναι μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες που προέκυψαν οι Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου. Όπως ξέρετε η Αριστερά εξετάζοντας τα αρνητικά των Συμφωνιών, τάχθηκε ενάντια στην αποδοχή τους. Χωρίς να στέκεται στην άρνηση υπέδειξε τότε στον Μακάριο ότι σε περίπτωση που θα απέρριπτε τις Συμφωνίες θα έπρεπε να διακηρύξει τον τερματισμό της ένοπλης δράσης, τη συνέχιση του αγώνα με πολιτικά μέσα και ενωμένος ο κυπριακός λαός, Αριστερά και Δεξιά, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, να διεκδικήσουν τα δίκαιά τους. Δυστυχώς, αυτή η πρόταση δεν έγινε δεχτή. Οι εξωτερικές πιέσεις ήταν αφόρητες. Πέραν τούτου εκτιμούμε ότι χρειαζόταν πολλή ψυχική δύναμη και η απελευθέρωση από πολλές προκαταλήψεις ώστε η ηγεσία της Δεξιάς να παραδεχθεί ότι ο ένοπλος αγώνας οδήγησε σε αδιέξοδα και να δεχθεί τον τερματισμό του και τη συνέχισή του με άλλη μορφή.

Όπως πολύ χαρακτηριστικά έγραψε ο Γρίβας ο τυχόν τερματισμός του αγώνα θα δικαίωνε τους κομμουνιστές. Προκειμένου λοιπόν να μην γίνει αυτό έγιναν αποδεκτές οι Συμφωνίες.

Είπαμε ήδη, πως η ανεξαρτησία δεν ήταν το ζητούμενο. Εντούτοις, χωρίς κανένα ενδοιασμό επαναλαμβάνουμε ότι αυτή ήταν κατάκτηση που άνοιγε νέους ορίζοντες. Ο κυπριακός λαός ύστερα από αιώνες υποδούλωσης βρέθηκε στην οικογένεια των ελεύθερων λαών. Η Κύπρος έγινε ανεξάρτητο κράτος και βρήκε τη θέση της στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και στο Κίνημα των Αδεσμεύτων. Ξεκινήσαμε το 1960 ομολογουμένως με φόβους, ανησυχίες και αβεβαιότητα για το μέλλον, αλλά και με μεγάλες προσδοκίες. Η ζωή δυστυχώς επιβεβαίωσε πολλούς από τους φόβους και διέψευσε πολλές από τις προσδοκίες μας.

Τα λάθη που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα, δυστυχώς, δεν δίδαξαν την πολιτική ηγεσία μ’ αποτέλεσμα να διαπραχθούν ξανά και οι ξένες επεμβάσεις να βρουν πρόσφορο έδαφος, προξενώντας μεγάλο κακό στην πατρίδα μας.

Παρά τις όποιες διαφορές απόψεων υπήρξαν για την τελική κατάληξη του αγώνα, μετά την ανεξαρτησία είχαμε το καθήκον να υπερασπιστούμε το δημιούργημά της, το κυπριακό κράτος. Με όλα του τα ψεγάδια και τις αδυναμίες, αυτό αποτελούσε το κυριότερο όπλο υπεράσπισης των καλώς νοούμενων συμφερόντων του λαού μας. Πατώντας γερά πάνω στην κοινή τους κατάκτηση, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, μπορούσαν ξανά να οικοδομήσουν την εμπιστοσύνη μεταξύ τους, που είχε κλονιστεί από τις συγκρούσεις του 1957 και ’58, και να κτίσουν τη συνεργασία τους πάνω σε κοινωνικό-ταξική βάση. Μπορούσαν, επίσης, μαζί να εργαστούν για το ξεπέρασμα των αδυναμιών, τη διόρθωση των κακώς εχόντων και στη βελτίωση της λειτουργικότητας του κράτους, που είναι αλήθεια ότι ασφυκτιούσε υπό το βάρος των διαχωριστικών προνοιών που υπήρχαν στις Συμφωνίες. Αυτή ήταν η πολιτική του εφικτού που έπρεπε ευθύς εξ’ αρχής να ακολουθηθεί.

Το ανεξάρτητο κυπριακό κράτος αντιμετωπίστηκε από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους ως αποπαίδι και όχι ως ο καρπός του αντιαποικιακού αγώνα. Η σοβινιστική ακροδεξιά και στις δύο κοινότητες παρέμεινε προσκολλημένη στα συνθήματα και στους στόχους της προ της ανεξαρτησίας περιόδου και τυφλωμένη από το φανατισμό και τη μισαλλοδοξία της δεν μπόρεσε να κατανοήσει και να αποδεχθεί τις νέες πραγματικότητες. Από τη μια, η ελληνοκυπριακή ακροδεξιά συνέχισε να αγωνίζεται για την ένωση και από την άλλη η τουρκοκυπριακή ακροδεξιά για τη διχοτόμηση. Αμφότεροι υπέσκαπταν το κυπριακό κράτος και υποδαύλιζαν τα πάθη. Ο σοβινισμός επανήλθε δριμύτερος στο πολιτικό προσκήνιο και διαδραμάτισε το ρόλο του δούρειου ίππου ρίχνοντας μπόλικο νερό στο μύλο των αντικυπριακών σχεδιασμών.

Με τη δράση των σοβινιστών τα προβλήματα στην έτσι κι αλλιώς δύσκολη λειτουργία του κράτους επιδεινώθηκαν, η εμπιστοσύνη και η συνεργασία ανάμεσα στις δύο κοινότητες κλονίστηκε ακόμα περισσότερο και το χάσμα διευρύνθηκε, με αποτέλεσμα να φτάσουμε στις διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963 – 1964, την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από τον κρατικό συνεταιρισμό και την απομόνωσή τους σε θύλακες, την οποία επέβαλε η σοβινιστική ηγεσία τους με την καθοδήγηση της Άγκυρας.

Η πρώτη πράξη της διχοτόμησης διαδραματίστηκε με τις διακοινοτικές συγκρούσεις. Η δεύτερη διαδραματίστηκε το καλοκαίρι του 1974, με τη διενέργεια του φασιστικού πραξικοπήματος της χούντας και της ΕΟΚΑ Β’, και της τουρκικής εισβολής που οδήγησε στην κατοχή του 37% του κυπριακού εδάφους. Μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης πράξης μεσολάβησε μια δεκαετία συνεχών συνομωσιών και ενεργειών από έξω και από μέσα σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Να θυμίσουμε τα γεγονότα του 1967 και ’68, τις απειλές της Τουρκίας να εισβάλει στην Κύπρο, το βομβαρδισμό της Τηλλυρίας, την τρομοκρατική δράση της ΕΟΚΑ Β’ κ.α. 

Συχνά τίθεται το ερώτημα: Με τόσα κτυπήματα, με τέτοια υπόσκαψη του κράτους, πώς κατάφερε να επιβιώσει η Κυπριακή Δημοκρατία;

Θεωρούμε ότι η απόφαση για ένταξη της Κύπρου στο Κίνημα των Αδεσμεύτων ήταν απόλυτα σωστή και όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, σωτήρια για τη χώρα μας. Η αδέσμευτη πολιτική που ακολούθησε η Κύπρος και ο σημαντικός ρόλος που διαδραμάτιζε στο Κίνημα, δημιούργησε ισχυρούς δεσμούς φιλίας με πάρα πολλές χώρες -καπιταλιστικές, σοσιαλιστικές, αναπτυσσόμενες- προσέδωσε αίγλη και κύρος στην Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτό εξαργυρώθηκε με τη θωράκιση της κρατικής οντότητας της Κύπρου και την εξασφάλιση ισχυρής διεθνούς αναγνώρισης και υποστήριξης.

Η τεράστια σημασία αυτού του γεγονότος απεδείχθη μετά την εισβολή και την κατοχή. Η ύπαρξη του κυπριακού κράτους απέτρεψε τη νομιμοποίηση των τετελεσμένων της κατοχής και την αναγνώριση του ψευδοκράτους. Η αποκατάσταση της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι απαίτηση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και άλλων διεθνών οργανισμών, που με αποφάσεις και ψηφίσματά τους καταδικάζουν την παρανομία της Τουρκίας και την παραβίαση από μέρους της των αρχών του διεθνούς δικαίου στην Κύπρο.

Η οντότητα του κυπριακού κράτους παραμένει η ισχυρή ασπίδα, ο στιβαρός συνεκτικός κρίκος που συνδέει το λαό μας, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Η προστασία και η ενίσχυσή της ήταν και πρέπει να συνεχίσει να είναι στο επίκεντρο της πολιτικής μας.

Αγαπητές φίλες και φίλοι,

Σαράντα πέντε χρόνια μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας ο λαός μας ακόμα αγωνίζεται για να επουλώσει τις πληγές, για να απαλλάξει την πατρίδα του από την τουρκική κατοχή και να την επανενώσει.

Το οδυνηρό παρελθόν μάς διδάσκει ότι για την επίτευξη του δύσκολου στόχου της επίλυσης του Κυπριακού χρειάζεται επιμονή, συνέπεια και σταθερότητα στις θέσεις αρχής, αλλά και επίδειξη ρεαλισμού που θα στηρίζεται στη σωστή ανάλυση των τοπικών, περιφερειακών και διεθνών συνθηκών.

Ως λαός πληρώσαμε ακριβά το μαξιμαλισμό και τον υποκειμενισμό στη διαμόρφωση της πολιτική μας και δεν έχουμε πλέον την πολυτέλεια να κάνουμε άλλα λάθη. Ήδη, περισσότερα από τριάντα χρόνια έχουν περάσει από το μαύρο καλοκαίρι του 1974 και η παρέλευση του χρόνου παγιώνει τα τετελεσμένα της κατοχής και της ντε φάκτο διχοτόμησης. 

Σ’ αυτά τα τριάντα χρόνια έγιναν πολλές προσπάθειες και αναλήφθηκαν πολλές πρωτοβουλίες για να λυθεί το Κυπριακό που προσέκρουαν, όμως, στην άρνηση της Τουρκίας να συναινέσει σε δίκαιη, βιώσιμη και λειτουργική λύση του προβλήματος προς όφελος του κυπριακού λαού και όχι των ξένων, έχοντας την υποστήριξη και την κάλυψη των στενών της συμμάχων, ΗΠΑ και Βρετανίας.

Η επίλυση του Κυπριακού από την αρχή ήταν δύσκολη. Έγινε ακόμα πιο δύσκολη ένεκα των συνθηκών που προέκυψαν στο διεθνές πολιτικό σκηνικό στη δεκαετία του 1990 με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και της σοσιαλιστικής κοινότητας, τον παροπλισμό του Κινήματος των Αδεσμεύτων και την επικράτηση της λεγόμενης νέας τάξης πραγμάτων.

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, στις οποίες επικρατεί η λογική των δύο μέτρων και δύο σταθμών και το διεθνές δίκαιο παραγνωρίζεται και παραβιάζεται, μεθοδεύτηκε η εκτροπή του Κυπριακού από το ορθό πλαίσιο λύσης του και ο παραγκωνισμός ψηφισμάτων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, που καθορίζουν την ουσία του ζητήματος ως πρόβλημα εισβολής, κατοχής και παραβίασης του διεθνούς δικαίου.

Η εκτροπή στο Κυπριακό μεθοδεύτηκε από το 1999, με το γνωστό «όλα στο τραπέζι», θέση που υιοθετήθηκε και από τον Γ.Γ. του ΟΗΕ στη γνωστή δήλωσή του το 2000. Άμοιρη ευθυνών γι’ αυτή την εκτροπή δεν είναι και οι τότε κυβερνώντες με τα λάθη, τις παραλείψεις, τις παραχωρήσεις και τις αντιφάσεις τους στη διαχείριση του Κυπριακού.

Απότοκο της εκτροπής είναι το Σχέδιο Ανάν, το οποίο πήρε την τελική του μορφή με τη μονόπλευρη και άδικη, για την ελληνοκυπριακή πλευρά, επιδιαιτησία του Γ.Γ. του Διεθνούς Οργανισμού.

Ανασκοπώντας τις εξελίξεις των τελευταίων χρόνων στο Κυπριακό αβίαστα καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η Κύπρος έπεσε θύμα των διαπλεκόμενων συμφερόντων της Τουρκίας, των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας την ώρα που πολλά διακυβεύονταν σε σχέση με την εισβολή των ΗΠΑ και των στενών τους συμμάχων στο Ιράκ. Η Κύπρος αποτέλεσε την αντιπαροχή της διαπλοκής.

Όπως είναι γνωστό οι Ελληνοκύπριοι απόρριψαν το προτεινόμενο σχέδιο λύσης στα δημοψηφίσματα του Απριλίου 2004, αφού διαπίστωσαν ότι δεν ικανοποιούνταν οι βασικές τους προσδοκίες ούτε και διασκεδάζονταν οι ανησυχίες τους. Το απόρριψαν όχι γιατί δεν θέλουν λύση, αλλά γιατί αυτό δεν ήταν ισοζυγισμένο, δεν απένειμε δικαιοσύνη ούτε και απάλλασσε πλήρως την Κύπρο από τις συνέπειες που προκλήθηκαν από το φασιστικό πραξικόπημα, την εισβολή και την κατοχή.

Πώς μπορούσε άλλωστε το συγκεκριμένο Σχέδιο να απονέμει δικαιοσύνη, όταν προέβλεπε ότι ουσιαστικά όλοι οι έποικοι θα παρέμειναν στην Κύπρο και μετά τη λύση; Πώς μπορούσε να απονέμει δικαιοσύνη, όταν δεν ξεκαθάριζε ότι η Τουρκία ή οι όποιοι εγγυητές δεν έχουν δικαίωμα μονομερούς επέμβασης και εσαεί στάθμευσης στρατευμάτων στην Κύπρο;

Η προτεινόμενη λύση δεν ήταν καν ισορροπημένη αφού προέβλεπε τη διασφάλιση των δικαιωμάτων  και των ελευθεριών μόνο της μιας κοινότητας, της τουρκοκυπριακής. Βασικά δικαιώματα χιλιάδων μελών της ελληνοκυπριακής κοινότητας δεν διασφαλίζονταν, όπως για παράδειγμα το δικαίωμα της επιλογής σε Ελληνοκύπριους πρόσφυγες για επιστροφή στα σπίτια και στις περιουσίες τους. Εμείς, δεν έχουμε πρόβλημα γιατί οι Τουρκοκύπριοι λαμβάνουν τα όσα λαμβάνουν από το Σχέδιο Ανάν. Δεν μπορούμε, όμως, να δεχτούμε τη λογική της παροχής δικαιωμάτων μόνο στη μια πλευρά και εις βάρος της άλλης, γιατί αυτό οδηγεί στη δημιουργία νέων προβλημάτων.

Αυτά είναι μόνο μερικά από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Σχεδίου, που μαζί με άλλα το κάνουν δυσλειτουργικό, και δείχνουν πως δεν είναι ούτε ισοζυγισμένο ούτε και δίκαιο.

Μετά τα δημοψηφίσματα η Κυπριακή Δημοκρατία πέρασε δύσκολες στιγμές. Χρειάστηκε να αποκρουσθούν οι επιθέσεις κατά της ελληνοκυπριακής πλευράς και οι μεθοδεύσεις  υποβάθμισης  της κρατικής οντότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτές συνοδεύτηκαν με τις προσπάθειες για αναβάθμιση του ψευδοκράτους με πρόσχημα την άρση της λεγόμενης απομόνωσης των Τουρκοκυπρίων. Πολλές πολιτικές μάχες δόθηκαν και εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να αποτραπεί η έγκριση τέτοιων κανονισμών στην Ε.Ε. οι οποίοι μέσω του εμπορίου θα άνοιγαν το δρόμο της αποδοχής και αναβάθμισης του ψευδοκράτους και των δομών του.

Αυτές οι μάχες δόθηκαν με επιτυχία αλλά δυστυχώς συνεχίζονται ακόμα και σήμερα οι μεθοδεύσεις από τις ίδιες δυνάμεις εντός και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για απευθείας εμπόριο, παραγνωρίζοντας το διεθνές δίκαιο αλλά και το δίκαιο της Ε.Ε.

Όλοι όσοι υπογραμμίζουν την ανάγκη για έξοδο των Τουρκοκυπρίων από την απομόνωση, και ειδικά η Τουρκία και η νέα ηγεσία των Τουρκοκυπρίων, πρέπει να αντιληφθούν ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο με λύσεις συμβατές με τις αρχές του διεθνούς δικαίου. Αλλιώς, η κατάσταση θα διαιωνίζεται κι αυτοί που πρώτιστα θα ζημιώνουν θα είναι οι Τουρκοκύπριοι.

Η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν θέλει την τουρκοκυπριακή κοινότητα απομονωμένη ούτε και ευθύνεται για την απομόνωση. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε η Κυπριακή Δημοκρατία προώθησε και εφαρμόζει πολλά μέτρα στοχεύοντας στη βελτίωση του επιπέδου ζωής των συμπατριωτών μας Τουρκοκυπρίων και στη δημιουργία του κατάλληλου κλίματος εμπιστοσύνης για επανέναρξη του διακοινοτικού διαλόγου.

Η τουρκική πλευρά, όμως, δεν ανταποκρίνεται με ανάλογες κινήσεις καλής θέλησης, γιατί φαίνεται πως στην ημερήσια διάταξή της θέτει ως προτεραιότητα την αναβάθμιση των δομών του ψευδοκράτους αντί την εξεύρεση σύντομα μιας κοινά αποδεκτής λύσης.

Είναι φανερό ότι για να ανοίξει ο δρόμος της λύσης χρειάζεται η τουρκική πλευρά να μετακινηθεί από τη θέση της ότι τάχατες έκανε το καθήκον της αποδεχόμενη το Σχέδιο Ανάν. Το αποδέχθηκε γιατί ικανοποιούσε πρώτιστα τις δικές της απαιτήσεις. Είναι δυνατό να γίνει αυτό; Ασφαλώς δεν είναι εύκολο να πεισθεί η Τουρκία να μετακινηθεί, αλλά εμείς θα συνεχίσουμε να αξιοποιούμε κάθε έρεισμα για να εξαναγκασθεί να εναρμονιστεί με τις απαιτήσεις του διεθνούς δικαίου και τα ψηφίσματα του ΟΗΕ. Ένα τέτοιο έρεισμα παρέχει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Πιστεύουμε πως η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας μπορεί να διαδραματίσει θετικό ρόλο και, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις ακόμα και ρόλο καταλύτη, για να αποδεχθεί η Τουρκία λύση βιώσιμη και λειτουργική που να είναι προς το συμφέρον των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων.

Η Κυπριακή Δημοκρατία, με την υποστήριξη της Ελλάδας και μιας σειράς άλλων ευρωπαϊκών κρατών, ανάλωσε πολλές δυνάμεις για να περιληφθούν τέτοιες πρόνοιες στο διαπραγματευτικό πλαίσιο της Τουρκίας που να μπορούν να αξιοποιηθούν στις προσπάθειες για επίλυση του Κυπριακού, αλλά και για να εκπληρώσει η Τουρκία τις υποχρεώσεις της έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας, έτσι όπως προκύπτουν από το Πρωτόκολλο της Άγκυρας.

Το αποτέλεσμα που επιτεύχθηκε στη Σύνοδο Κορυφής της 3ης Οκτωβρίου σχετικά με το διαπραγματευτικό πλαίσιο της Τουρκίας, δεν είναι το θέσφατο, κρίνεται όμως ικανοποιητικό λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων συνθηκών, των συμφερόντων και των ισοζυγίων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αγαπητοί φίλοι,

Η λύση του Κυπριακού δεν μπορεί παρά να είναι ένας συμβιβασμός. Αυτός ο συμβιβασμός ακούει στο όνομα δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία, τον οποίο συνήψε ο Εθνάρχης Μακάριος το 1977. Υπό τα δεδομένα της κατοχής αυτός ο συμβιβασμός δείχνει να είναι ο μόνος που μπορεί να απαλλάξει την Κύπρο από την κατοχή, να επανενώσει το κράτος, το λαό και την οικονομία, να αποκαταστήσει τα ανθρώπινα δικαιώματα και ταυτόχρονα να παρέχει στις δυο κοινότητες πλατιά αυτονομία στη διαχείριση των υποθέσεων τους μέσα σε συνθήκες πολιτικής ισότητας των δυο μερών της ομοσπονδίας.

Το Κυπριακό θα πρέπει να λυθεί στη βάση των ψηφισμάτων του ΟΗΕ, των συμφωνιών υψηλού επιπέδου, των αρχών του διεθνούς δικαίου, αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της οποίας η Κύπρος είναι πλήρες μέλος.

Στην παρούσα φάση του Κυπριακού το κύριο καθήκον συνίσταται στη δημιουργία των προϋποθέσεων επανέναρξης των διαπραγματεύσεων στα πλαίσια του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Η δημιουργία σωστών προϋποθέσεων έχει τεράστια σημασία δεδομένου ότι θα ήταν ισχυρό πλήγμα για την υπόθεση της Κύπρου μια νέα αποτυχία εξεύρεσης λύσης. Η επιδίωξή μας είναι το συντομότερο δυνατό να επαναρχίσουν ουσιαστικές συνομιλίες μακριά από ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα, χωρίς βέβαια τούτο να παραπέμπει σε ατέρμονες συνομιλίες και λύση σε βάθος χρόνου.

Στοχεύουμε σε επανέναρξη συνομιλιών που θα οδηγήσουν σε συμφωνημένη λύση μακριά από επιδιαιτησίες. Εργαζόμαστε για να πείσουμε -και πιστεύουμε ότι καταφέρνουμε να πείσουμε- περί της αναγκαιότητας να επέλθουν ουσιαστικές αλλαγές στο Σχέδιο Ανάν, αλλαγές που δεν θα αλλοιώνουν τη φιλοσοφία του ούτε και θα αφαιρούν δικαιώματα από την τουρκοκυπριακή κοινότητα, αλλά θα αποκαθιστούν τα δικαιώματα και των Ελληνοκυπρίων, θα ανταποκρίνονται στις προσδοκίες τους, θα αναβαθμίζουν τη λειτουργικότητα και τη βιωσιμότητα του κράτους. Στοχεύουμε σε μια λύση που θα εξυπηρετεί τους Κυπρίους, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους και όχι τους οποιουσδήποτε ξένους.

Ακούονται φωνές που προβάλλοντας την ανάγκη σύντομα να λυθεί το Κυπριακό, ουσιαστικά παραπέμπουν στην αποδοχή του Σχεδίου Ανάν ως έχει ή με διακοσμητικές αλλαγές. Παράλληλα, ακούονται φωνές που στο όνομα μιας ευρωπαϊκής λύσης έμμεσα ή άμεσα αρνούνται το συμβιβασμό της λύσης διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Ως λογική συνέχεια της θέσης για ευρωπαϊκή λύση υποστηρίζεται η απαγκίστρωση του Κυπριακού από το πλαίσιο του ΟΗΕ και η μεταφορά του στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια τέτοια προοπτική δεν μας βρίσκει σύμφωνους και θα τεκμηριώσουμε γιατί.

Πέραν από την άρνηση της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αναλάβει τη διαχείριση του Κυπριακού, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας και το γεγονός ότι αυτή δεν μπορεί με αποτελεσματικότητα να διαχειρισθεί τέτοια δύσκολα ζητήματα λόγω των εγγενών αδυναμιών που παρουσιάζει. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια ένωση κρατών με αντιφατικά συμφέροντα, με αντιθέσεις και σκοπιμότητες, με σοβαρές αδυναμίες στην άσκηση της εξωτερικής της πολιτικής και πολύ επιρρεπής στις επιδράσεις της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, που η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγκάσθηκε να συρθεί στο άρμα της πολιτικής των ΗΠΑ έστω κι αν ακόμα μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες διαφωνούσαν με αυτήν, όπως έγινε για παράδειγμα στην περίπτωση του Ιράκ.

Επιπλέον, δεν ξεχνούμε ότι είναι μέσα από τους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επιχειρήθηκε η τιμωρία της Κυπριακής Δημοκρατίας, γιατί ο λαός της αποτόλμησε να απορρίψει ένα σχέδιο λύσης προϊόν της νέας τάξης πραγμάτων. Είναι μέσα από την Ευρωπαϊκή Ένωση που οι γνωστοί φίλοι της Τουρκίας επιχειρούν την αναβάθμιση των δομών του ψευδοκράτους με το απευθείας εμπόριο μέσω των κατεχομένων λιμανιών και αεροδρομίων.

Η μετάθεση του Κυπριακού από τον ΟΗΕ στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα στερήσει την Κύπρο από τα ψηφίσματα του διεθνούς οργανισμού. Τα ψηφίσματα που μέσα από τα χρόνια έχουν αποδειχθεί ασφαλιστική δικλείδα για την οντότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρά την αδυναμία του Οργανισμού να τα εφαρμόσει λόγω των πραγματικοτήτων και των ισοζυγίων που επικρατούν σήμερα στον κόσμο. Τα περί Κύπρου ψηφίσματα, ιδιαίτερα τα ψηφίσματα 541 και 550, ξεσκεπάζουν και υποδεικνύουν την παρανομία της Τουρκίας και καταδικάζουν την αποσχιστική της πολιτική. Είναι γι’ αυτό που καταβλήθηκε έντονη προσπάθεια από τους Αμερικανοβρετανούς να τα εξοβελίσουν μέσω της Έκθεσης του Γ.Γ. του ΟΗΕ του Μαΐου 2004, κάτι που ευτυχώς απετράπη χάρις στη σθεναρή στάση της Ρωσίας, της Γαλλίας και της Κίνας.

Η απομάκρυνση από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών θα μας στερήσει από πολύτιμους φίλους και συμμάχους, με τους οποίους κτίσαμε στενές σχέσεις και παραδοσιακούς δεσμούς με κόπους και μόχθους.

Είναι ξεκάθαρο λοιπόν ότι η πρόταξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως εναλλακτικού χώρου διαχείρισης του Κυπριακού στερείται της αναγκαίας διαλεκτικής ανάλυσης, είναι μονόπλευρη και κατά συνέπεια θα αποβεί αναποτελεσματική ακόμα και ζημιογόνα για την υπόθεσή μας. Μια σφαιρική προσέγγιση του προβλήματος και των δεδομένων αποδεικνύει ότι η φυσική θέση του Κυπριακού είναι ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αποτελέσει πρόσθετο σημαντικό μοχλό άσκησης πολιτικής για λύση του Κυπριακού, αξιοποιώντας την ένταξη της Κύπρου, την παρουσία της Ελλάδας, άλλων φιλικών χωρών, σε συνάρτηση με την προσδοκία της Τουρκίας να ενταχθεί σ’ αυτήν. Ωραιοποίηση, όμως, των δυνατοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ισοδυναμεί με ευσεβοποθισμό, όπως και ο μηδενισμός του ρόλου της οδηγεί στην απαισιοδοξία με πιθανή κατάληξη στη μοιρολατρία. Εμείς λέμε ούτε υπερτίμηση ούτε υποτίμηση και μοιρολατρία. Μέσα από τον ΟΗΕ και αξιοποιώντας κάθε δυνατό παράγοντα θα συνεχίσουμε να δίνουμε τη μάχη για τη δικαίωση της Κύπρου και του λαού της, στη βάση των αποφάσεων του Εθνικού Συμβουλίου.

Και έχουμε την πεποίθηση ότι θα δικαιωθούμε γιατί ο αγώνας του λαού μας στηρίζεται σε αρχές και αξίες και αργά ή γρήγορα το δίκαιο θα πρυτανεύσει.

Αγαπητοί φίλοι,

Σαράντα πέντε χρόνια μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας, η Κύπρος παλεύει ακόμα, μέσα σε αντίξοες συνθήκες και μεγάλες δυσκολίες, για την επιβίωση και τη δικαίωσή της. Οι εχθροί της Κύπρου έσπειραν το διχασμό για να εγκληματήσουν κατά του λαού μας. Η Τουρκία και η σοβινιστική τουρκοκυπριακή ηγεσία εκμεταλλεύτηκαν τα λάθη, τις παραλείψεις ακόμα και τα εγκλήματα των λιγοστών σοβινιστών Ελληνοκυπρίων σε βάρος Τουρκοκυπρίων, για να πετύχουν τη διχοτόμηση και τη δημιουργία δύο ξεχωριστών κρατών στην Κύπρο.

Η ίδια η ζωή απέδειξε ότι αυτή η διχοτομική πολιτική της Τουρκίας και της σοβινιστικής τουρκοκυπριακής ηγεσίας, έβλαψε πρώτα απ’ όλα τους Τουρκοκύπριους. Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής έβλαψαν φοβερά και τους Ελληνοκύπριους, που γνώρισαν την προσφυγιά, έδωσαν νεκρούς, έχουν αγνοούμενους και άφησαν πίσω εγκλωβισμένους.

Η διχοτόμηση της Κύπρου θυματοποίησε και θυματοποιεί ολόκληρο το λαό μας, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Ο αγώνας για επανένωση είναι κοινός, γιατί κοινή είναι η ρίζα των προβλημάτων, γιατί κοινή είναι και η προοπτική.

Το μήνυμα που θέλω να απευθύνω προς όλους είναι μήνυμα πίστης, αισιοδοξίας και αγώνα. Η πίστη στη δικαίωση της Κύπρου, το όραμα της απαλλαγής από την κατοχή και της επανένωσης της πατρίδας και του λαού μας είναι ο φωτεινός φάρος που πρέπει να συνεχίσει να καθοδηγεί την κοινή πάλη των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων, ολόκληρου του λαού. Γιατί αυτό που πρώτιστα συντηρεί την αισιοδοξία για την επανένωση είναι η θέληση του λαού μας να ξαναζήσει τις ειρηνικές μέρες της κοινής συμβίωσης στον κοινό μας τόπο. Την Κύπρο μας.